Οι κοτσάνες των εξετάσεων! Τι διαβάζουν και αυτοί οι καθηγητές...


Ατρόμητος ο Έλλην Στρατάρχης, κοίταξε κατάματα τον…
εισβολέα και με τα λίγα περσικά που ήξερε του είπε: Μολών Λαβέ.
(από γραπτό υποψηφίου αστυνομικού, Αθήνα 1990).


Και οι Ρώσοι ανέδειξαν μεγάλους ποιητές όπως ο Πούσκας, ο Λένιν, ο Τρότσκι και ο Ιβάν ο Τρομακτικός. Από την ποίηση αυτή σώζεται σήμερα η Σιβηρία με την παγωμένη λίμνη των Κύκλων που ο Τσακ Κόφσκι την έκανε παλέτα”.
(γραπτό μαθητή σε εξετάσεις για την Ιστορία – Γυμνάσιο Κορίνθου 1988)

Όταν ο Οδυσσέας γύρισε πίσω στην Ιθάκη, βρήκε τους είκοσι ανεμιστήρες και την Πηνελόπη να τους δουλεύει στο φουλ.
(γραπτό μαθητή σε εξετάσεις για την Ιστορία – Γυμνάσιο Θηβών)

Η επανάσταση του ’21 έγινε πριν από 1821 χρόνια. Σήμερα γιορτάζουμε την τελική του πτώση.
(γραπτό μαθητή σε εξετάσεις για την Ιστορία – Γυμνάσιο Κορίνθου 1989)

Η μάνα του Ρασπούτιν ήταν η Ρασπουτάνα, τεραστίων διαστάσεων Ρωσίδα της Σιβηρίας.
(από Έκθεση για τη Ρωσία μαθητή του Γυμνασίου Καρδίτσας, 1991)

Οι Δέκα Εντολές γράφτηκαν από τον Σινά και παραδόθηκαν στον Μωυσή στην Πλάκα. Ήταν όλες πέτρινες, αλλά σαφέστατες.
(από την Έκθεση ιδεών υποψηφίου στη Σχολή Αστυνομίας, 1992)

Το ακριβώς αντίθετο της Αγίας Τριάδας είναι η Διαβολική Τριάδα, πυρ, συν γυναιξί και θάλασσα. Πράγματα του Σατανά.
(από διαγωνισμό στα Θρησκευτικά – Λύκειο Ξάνθης 1991)

Ο Ε. Λύτης και ο Σ. Εφέρης είναι και οι δύο Έλληνες ποιητές κατηγορίας νόμπελ.
(από Έκθεση του μαθητή του Γυμνασίου Αργοστολίου, 1992)

Ο Κουστώ είναι ένας σύγχρονος Οδυσσέας, αλλά που δεν κατοικούσε στην Ιθάκη, και για το λόγο αυτό οι περιπέτειές του δεν λέγονται Οδύσσειες αλλά Κουστωδίες.
(υποψήφιος στη Σχολή Αστυνομίας, 1991)

Η επανάσταση στις Ινδίες είχε αρχηγό και σύμβολο το Γάντι του Μανχάταν. (από Έκθεση μαθητή του Γυμνασίου Ζωγράφου, 1990)

Το τρίγωνο που φέρει δύο γωνίες λέγεται διαγώνιον.
(από διαγωνισμό στη Γεωμετρία, Γυμνάσιο Ιωαννίνων, 1982)

Πρωτεύουσα της Κεϋλάνης είναι η Λίπτον Τι.
(μάθημα Γεωγραφίας, Λύκειο Χανίων, 1990)

Ο γλάρος είναι αποδημητικό πουλί. Το καλοκαίρι πάει στην παραλία, το χειμώνα στις ακτές. Ενδιαμέσως στους σκουπιδότοπους και λιμάνια.
(Γυμνάσιο Καβάλας, 1988)

Ο κύκλος είναι μία στρογγυλή γραμμή, χωρίς συνδέσεις, ενωμένη με τέτοιο τρόπο που δεν μπορείς να καταλάβεις που αρχίζει και που τελειώνει.
(Γυμνάσιο Ηρακλείου, 1991)

Ο κύκλος δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος, εκτός αν σταματήσεις το διαβήτη.
(Γυμνάσιο Καρδίτσας, 1989)

Η ελονοσία καταπολεμήθηκε και εξαφανίσθηκε δια των προσπαθειών της επιστήμης. Και η γρίπη; Πέρα βρέχει.
(Υποψήφια νοσοκόμα, Νοσοκομείο Αγρινίου)

Το εκτάριον βρίσκεται ακριβώς μεταξύ πενταρίου και επταρίου.
(Γυμνάσιο Κιλκίς, 1992)

30+1 πραγματα που συμβαινουν στην καθημερινοτητα μας2


Κι' όμως δεν τους δίνουμε σημασία...


  • Κοιτάς το ρολόι σου αλλά μετά δεν ξέρεις τι ώρα είναι, οπότε ξανακοιτάς, αλλά πάλι δεν ξέρεις.
  • Είναι Τετάρτη, αλλά για κάποιο λόγο όλη μέρα είσαι πεπεισμένος ότι είναι Πέμπτη. Και αυτό δε σου περνάει μέχρι να’ ρθεί όντως η Πέμπτη.
  • Μπαίνεις σε ένα δωμάτιο και μετά στέκεσαι σαν χαζός επειδή δεν ξέρεις γιατί μπήκες.
  • Μιλάς μόνος σου και κάποιος μπαίνει στο... δωμάτιο, οπότε αρχίζεις να σιγοτραγουδάς για να τον πείσεις ότι τόση ώρα δεν μίλαγες στον εαυτό σου!
  • Είσαι μες στο τρένο στο σταθμό και δίπλα είναι ένα άλλο τρένο και ένα απ’ τα δύο ξεκινάει και δε μπορείς να καταλάβεις ποιο.
  • Πας να σηκώσεις μια βαλίτσα που νομίζεις ότι είναι γεμάτη αλλά δεν είναι. Οπότε τη σηκώνεις με τρελή ταχύτητα και για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου νομίζεις ότι είσαι ο Σούπερμαν.
  • Κοιτάζεις μια σίτα ή έναν φράχτη από πλέγμα και από μία ορισμένη απόσταση κάτι γραμμούλες κινούνται μέσα του!
  • Λες σε κάποιον γνωστό σου ότι έχει έναν λεκέ στη μούρη, αλλά αυτός ποτέ δεν σκουπίζει το σημείο που του δείχνεις και σου σπάει τα νεύρα!
  • Ανεβαίνεις τις σκάλες και νομίζεις ότι υπάρχει ακόμα ένα σκαλί αλλά δεν υπάρχει.
  • Περπατάς με τη γκόμενά σου αγκαλιά και όλη την ώρα κουτουλάνε τα οπίσθια σας, οπότε αναγκάζεσαι συνέχεια να ελέγχεις το βήμα σου.
  • Είσαι συνοδηγός σε αυτοκίνητο που τρέχει γρήγορα με ανοιχτά παράθυρα. Οπότε για να διασκεδάσεις, βγάζεις το χέρι σου έξω και μελετάς με αυτό όλους τους νόμους της αεροδυναμικής.
  • Πίνεις κρύο νερό πολύ γρήγορα και σου παγώνει ο εγκέφαλος ακριβώς πάνω απ’ το μάτι, αλλά δε μπορείς να κάνεις τίποτα και απλά περιμένεις να τελειώσει ο πόνος, ο οποίος διαρκεί τρία δευτερόλεπτα αλλά σου φαίνονται δέκα ώρες.
  • Σε παίρνει ο ύπνος αργά το απόγευμα στον καναπέ και όταν ξυπνάς στο σκοτάδι δεν έχεις ιδέα τι μέρα είναι.
  • Οδηγείς με ανοιχτό το air condition και ρυθμίζεις το φυσητήρα έτσι ώστε, όταν κρατάς το τιμόνι, ο αέρας να μπαίνει μες στο μανίκι και να σου δροσίζει τη μασχάλη.
  • Είσαι ξαπλωμένος πλάγια, και όταν κλείνεις μία το ένα μάτι και μία το άλλο, το μαξιλάρι μετακινείται, και καταλήγεις να παίζεις με αυτό καμιά εικοσαριά δευτερόλεπτα.
  • Έχεις ξαπλώσει και μόλις είσαι έτοιμος να σε πάρει ο ύπνος το σώμα σου τινάζεται ολόκληρο και ξυπνάς!
  • Τρως μια ξώφαλτση στα ευαίσθητα και τρομάζεις γιατί νομίζεις ότι θα πεθάνεις στον πόνο, αλλά δεν πονάς. Οπότε εκεί που λες «φιου, τη γλίτωσα» ΤΟΤΕ έρχεται ο πόνος, αργά και βασανιστικά.
  • Είσαι στο αυτοκίνητο και ο φίλος σου προσπαθεί να μπει ή να βγει, αλλά για κάποιο λόγο δεν τα καταφέρνει! Ή δε βρίσκει το χερούλι, ή το βρίσκει και δεν μπορεί να το γυρίσει, ή το γυρνάει κι έχει ασφάλεια και κάθε φορά που πας να του ανοίξεις την ασφάλεια, ΤΟΤΕ αποφασίζει να το γυρίσει οπότε δεν ανοίγει!
  • Μετά από μία κουραστική μέρα στο δρόμο γυρνάς σπίτι και βγάζεις τις κάλτσες σου. ΞΕΡΕΙΣ ότι θα τις πετάξεις στα άπλυτα, αλλά παρ' όλα αυτά πριν τις ρίξεις μέσα, τις μυρίζεις μία φορά.
  • Σηκώνεσαι απότομα απ’ τον καναπέ και βλέπεις εκατομμύρια μαύρες τελείες στην περιφερειακή σου όραση που πυκνώνουν και σε πνίγουν και νομίζεις ότι θα πεθάνεις, ή θα λιποθυμήσεις στην καλύτερη.
  • Έχεις την ψευδαίσθηση ότι είσαι πολύ όμορφος και μετρας την πρώτη μέρα που φοράς καινούριο ρούχο, άλλα μετά από μια βδομάδα έχει φύγει.
  • Ακούς μουσική στο δωμάτιο σου και χορεύεις/χτυπιέσαι/κάνεις πως παίζεις κιθάρα, και μόλις μπαίνει μέσα η μάνα σου αρχίζεις να περπατάς γύρω γύρω, κάνοντας ότι συγυρίζεις και πασπατεύεις όποιο άσχετο αντικείμενο είναι πιο κοντά για να την πείσεις ότι δεν έκανες τον καραγκιόζη.
  • Χτυπάει το τηλέφωνο και σε ξυπνάει, αλλά για κάποιο λόγο θες να κάνεις το συνομιλητή να νομίζει ότι δεν κοιμόσουν, οπότε επιστρατεύεις ΟΛΗ την ενέργεια σου και μιλάς υπερβολικά δυνατά και καθαρά, και καταλήγεις να ακούγεσαι σαν ηλίθιος.
  • Το τραγούδι που παίζει διαπασών στο κλαμπακι κάνει μια απότομη παύση ΑΚΡΙΒΩΣ τη στιγμή που σχολιάζεις τα βυζιά της διπλανής γκόμενας.
  • Όταν κλάνεις στο ντους βρωμάει πάντα πιο πολύ.
  • Το κάνεις με μια γκόμενα και λες μια ατάκα που εκείνη την ώρα σου ακούγεται σούπερ, άλλα την άλλη μέρα που τη σκέφτεσαι μόνος και με καθαρό μυαλό δε μπορείς να πιστέψεις ότι πέταξες τέτοια κοτσάνα! Και ακόμα χειρότερα: ότι η μπαρούφα αυτή της άρεσε!
  • Τρέχεις με το αυτοκίνητο και ακούς ραδιόφωνο, φτάνεις σπίτι σου, και την επόμενη φορά που φεύγεις ξαναμπαινεις στο αμάξι, ανοίγεις το ραδιόφωνο και σε ξεκουφαίνει!

Αληθινές Ιστορίες - "Ο εξωγήινος...."

«Όταν μιλάς ελληνικά σε κοιτούν σαν εξωγήινο»


«Με λένε Μιχάλη. Γεννήθηκα το 1980 στην Αθήνα, στο "Μητέρα".
Οι γονείς μου τότε έμεναν στο Παγκράτι.
Μετά τη γέννα μου μετακομίσαμε στα Πατήσια.
Οι γονείς μου είναι από τη Νιγηρία.


Ο πατέρας μου ήρθε στην Ελλάδα για να σπουδάσει, τη δεκαετία του ΄70. Ύστερα από κάποια χρόνια έφερε και τη μητέρα μου. Από τα παιδικά μου χρόνια δεν θυμάμαι πολλά πράγματα. Στο δημοτικό τα πήγαινα μια χαρά με τα άλλα παιδιά. Μόνο όταν τσακωνόμασταν στο ποδόσφαιρο με στολίζανε με βρισιές του τύπου «αράπης» και τα σχετικά.


Ήμουν ο μόνος μαύρος στο σχολείο μου. Θυμάμαι επίσης ένα σκηνικό. Μια μέρα, έπειτα από τσακωμό, κάποια παιδιά με είχαν βάλει στη μέση και με έβριζαν. Τότε ένα παιδί που τον έλεγαν Ηλία όρμησε εναντίον τους για να με υπερασπιστεί. Από τότε γίναμε κολλητοί φίλοι.


Τα πρώτα χρόνια στο σπίτι μιλούσαμε νιγηριανά και αγγλικά. Αυτό όμως με εμπόδιζε για τα μαθήματα. Μέχρι που ο δάσκαλος κάλεσε τους γονείς μου και τους είπε ότι έπρεπε να μιλήσουμε ελληνικά στο σπίτι. Με τα χρόνια επικράτησαν τα ελληνικά στο σπίτι μας.


Ελληνικά και hiphop. Από εννέα χρόνων μιλώ μόνο ελληνικά. Μιλώ επίσης άψογα αγγλικά, ενώ τα νιγηριανά τα καταλαβαίνω αλλά δεν τα μιλώ πια.


Το πάθος για τη μουσική το «κόλλησα», ίσως, επειδή μεγάλωσα ανάμεσα σε διάφορους γλωσσικούς ήχους.


Στο γυμνάσιο παθιάστηκα με τα γκράφιτι, τη hip-hop και τη Dram΄Ν΄ Βase. Είναι χρόνια που περνούν διοργανώνοντας πάρτι και ανταλλάσσοντας κασέτες με τα φιλαράκια.


Εκείνη την περίοδο μπήκε έντονα η θρησκεία στη ζωή μου. Μαζί της και η πρώτη υπαρξιακή σύγκρουση. Γιατί η θρησκεία έλεγε «ειρήνη υμίν», ενώ το hip-hop μιλούσε για εξέγερση. Η θρησκεία ήταν ευχή, το hip-hop δράση. Το hip-hop και τα γκράφιτι ήταν για μένα ένα είδος ξεσπάσματος.


Τότε, για πρώτη φορά, άρχισα να γράφω στίχους. Έγραφα και για τον ρατσισμό. Ξαφνικά συνειδητοποίησα κάτι που είχα απωθήσει: το χρώμα της επιδερμίδας μου.


Το να είσαι μαύρος. Εγώ είμαι περήφανος που είμαι μαύρος. Το να είσαι μαύρος όμως σημαίνει ότι συναντάς μπροστά σου έναν τοίχο. Σημαίνει ότι πρέπει να ξοδεύεις πολλή ενέργεια για να πείσεις τους γύρω σου ότι δεν είσαι γεννημένος μόνο για να πουλάς CD και να παίξεις μπάσκετ. Ότι μπορείς να γίνεις γιατρός, λογοτέχνης, σχεδιαστής μόδας, οτιδήποτε. Το να είσαι μαύρος σημαίνει ότι ζεις με αυτό το χρώμα, το αναπνέεις, ότι δεν σε αφήνουν ποτέ να νιώσεις αόρατος.


Τη μεγαλύτερη έκπληξη την προκαλείς όταν μιλάς ελληνικά χωρίς προφορά. Παθαίνουν πλάκα. Μερικοί κάθονται με το στόμα ανοιχτό και σε κοιτάνε σαν εξωγήινο. Τέλος πάντων...


Ένα καλοκαίρι στη Σύρο. Η ανατροπή στη ζωή μου συνέβη ένα καλοκαίρι στη Σύρο.


Μόλις είχα τελειώσει το λύκειο. Ήθελα τότε να μπω στη Σχολή Καλών Τεχνών και άρχισα να κάνω ιδιαίτερα μαθήματα ελευθέρου σχεδίου.


Το καλοκαίρι πήγα στη Σύρο για να δουλέψω στο εργαστήριο της δασκάλας μου. Έκανα βόλτα ένα απόγευμα, όταν ξαφνικά μπροστά στα πόδια μου σταμάτησε ένα αστυνομικό τζιπ. Βγήκαν έξω δυο αστυνομικοί και μου ζήτησαν τα χαρτιά. Είχα μαζί μου τη ληξιαρχική πράξη γέννησης. Θεωρούσα ότι ήταν αρκετή, αφού είχα γεννηθεί στην Ελλάδα. Με πήγαν στο Τμήμα. Μου είπαν ότι τα χαρτιά μου είναι ελλιπή.


Ένας από τους αστυνομικούς μού είπε ότι θα με απελάσουν. «Πού θα με απελάσετε;» ρώτησα. «Στα σύνορα και να πας από εκεί που ήρθες», μου απάντησε. «Εγώ δεν ήρθα από πουθενά. Έχω γεννηθεί στην Ελλάδα», είπα.


Δεν πήρα απάντηση. Απέλαση, σύνορα, όλα αυτά μου φαίνονταν σαν ταινία. Έφυγε η γη κάτω από τα πόδια μου και είχα κατατρομάξει.


Έμεινα εκεί τρεις μέρες, στο σκοτάδι, κοιμόμουν χάμω, σε ένα μικροσκοπικό κελί με δυο Πακιστανούς που δεν μιλούσαν ούτε ελληνικά ούτε αγγλικά. Αυτές οι τρεις μέρες ανέτρεψαν τα πάντα μέσα μου.


Με τη μεσολάβηση φίλων και δικηγόρων με άφησαν ελεύθερο. Τότε άρχισαν να με βασανίζουν τα ερωτήματα. Ποιος ήμουν; Τώρα καταλάβαινα γιατί δεν με καλούσαν φαντάρο, όπως συνέβαινε με όλους τους φίλους μου. «Φίλε μου, εσύ είσαι ξένος», έλεγα στον εαυτό μου. Και πάλι δεν ήθελα να το πιστέψω όμως. Σκεφτόμουν ότι οι αστυνομικοί είχαν κάνει λάθος. Ήταν ένας μηχανισμός άμυνας για να μη διαλυθώ.


Τα χαρτιά, τα χαρτιά, τα χαρτιά. Όταν εισέβαλε στη ζωή μου η λέξη χαρτιά και αλλοδαπός όλα καθάρισαν πλέον. Ρώτησα τους υπαλλήλους στον δήμο εάν μπορώ να βγάλω ελληνική ταυτότητα επειδή έχω γεννηθεί εδώ. Μου απάντησαν κοφτά: «όχι».


Μετά ήρθαν οι ουρές, οι βεβαιώσεις, τα ένσημα, τα γραφεία, οι υπάλληλοι, η ατελείωτη αναμονή. Και όταν βγαίνει η άδεια παραμονής είναι ληγμένη.


Ξανά ουρές, βεβαιώσεις, ένσημα, γραφεία, υπάλληλοι, ατελείωτη αναμονή. Με αυτά θα φας όλη τη ζωή σου. Τα καλύτερα χρόνια σου φεύγουν κυνηγώντας τα χαρτιά. Δεν μπορείς να πας πουθενά. Τα όνειρα για το πανεπιστήμιο τα εγκατέλειψα γιατί κυνηγούσα τα χαρτιά.


Με κάλεσαν το 2002 στη Γαλλία για να εκπροσωπήσω την Ελλάδα σε ένα φεστιβάλ θεάτρου δρόμου. Δεν πήγα γιατί δεν είχα χαρτιά. Ήθελα να ανοίξω μια δική μου δουλειά, δεν μπόρεσα γιατί δεν είχα χαρτιά.


Τα ελληνικά είναι η γλώσσα σου...Νιώθεις σιγά σιγά να ανοίγει ένα χαντάκι ανάμεσα σε σένα και στους φίλους σου. Εκείνοι προχωράνε, κυκλοφορούν ελεύθεροι. Αυτό που για σένα αποτελεί ζήτημα ζωής και θανάτου, γι΄ αυτούς είναι ένα τίποτα. Επειδή δεν έχεις κανονικά χαρτιά δεν μπορείς να κάνεις σχέδια για το μέλλον.


Σκέψου τι κατάπτωση. Να είσαι είκοσι χρόνων και να μη μπορείς να κάνεις σχέδια για το μέλλον.


Φθείρεσαι ανεπαίσθητα, γίνεσαι μικρός, κλείνεσαι στον εαυτό σου. Πρέπει να προσέχεις πολύ για να μη γίνεις ανθρωπάκι.
Για να μη δεις όλους τους γύρω σου ως εν δυνάμει εχθρούς.
Ύστερα έρχονται άλλες ερωτήσεις.


Τι είσαι; Γεννήθηκες εδώ, τραγουδάς τον εθνικό ύμνο της Ελλάδας, στο σχολείο είπες ποιήματα για την 25η Μαρτίου. Και όμως σε θεωρούν αλλοδαπό.


Στη Νιγηρία εσύ δεν έχεις πάει ποτέ. Τα ελληνικά είναι η γλώσσα σου. Τι είσαι λοιπόν;


Πρέπει να είσαι τρεις φορές τρελός για να μην τρελαθείς. Πρέπει να παλέψεις με νύχια και με δόντια για να μην αφήσεις την πραγματικότητα να σε ξεκάνει.


Τι κάνω αυτή τη στιγμή; Ασχολούμαι πολύ με τη μουσική και με το θέατρο του δρόμου.


Τώρα δουλεύω στον «Κοσμοπολιτισμό», ένα πολιτιστικό κέντρο που διοργανώνει και πολλά ενδιαφέροντα event με μετανάστες καλλιτέχνες.


Τα χαρτιά; Τα περιμένω ακόμα, εδώ και δυο χρόνια.


Το μέλλον; Το μέλλον, φίλε μου, είναι τα όνειρά μου. Αυτά είναι η ασπίδα και η ελευθερία μου..."

Ωραία μέρα για αυτοκτονία

Τα είχε σχεδιάσει όλα στο μυαλό του όλο το βράδυ, ενώ εκείνη κοιμόταν με τα φρεσκοβαμμένα, κοφτερά της νύχια γυρισμένα προς το μέρος του, λες και το υποσυνείδητο της την έστρεφε σε αυτή τη θέση για να προδώσει τα πραγματικά της αισθήματα για κείνον. Λίγη σημασία είχαν όλα αυτά πια.

Ξύπνησε πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι, αποφασισμένος και έτοιμος. Την έσπρωξε απαλά:
-Μωρό μου, ξύπνα, θέλω να σου πω κάτι..
-Χμφφ.. Καλημέρα.. Μμμ..
-Το αποφάσισα!
-Πες μια καλημέρα πρώτα! Τι αποφάσισες;
-Θα το κάνω, θα αυτοκτονήσω.
-Ακόμα δεν είπες καλημέρα.
-Καλημέρα.
-Έτσι, καλημέρα!
-Θα αυτοκτονήσω. Σου είπα ότι το σκεφτόμουν εδώ και δυο βδομάδες και ψες το αποφάσισα.
-Μου το είπες; Πρώτη φορά ακούω τέτοιο πράμα από σένα! Πότε μου το είπες;
-Πριν δυο βδομάδες που το είχα πρωτοσκεφτεί, στο είχα αναφέρει.
-Ε, πού να θυμάμαι συζήτηση δυο βδομάδων;
-Και μια βδομάδα αργότερα στο είχα πει, όταν είχαμε πάει να ψωνίσεις καπέλα.
-Α ναι, κάτι θυμάμαι από τότε.. Τα ψώνια, όχι τη συζήτηση.
-Και προχτές στο είπα και ψες στο είπα.
-Όταν έβαφα τα νύχια μου;
-Πιθανότατα..
-Και τώρα φταίω εγώ που δε θυμάμαι;
-Έχεις δίκιο. Συγγνώμη.
-Και πώς θα το κάνεις;
-Αν σου πω, θα το θυμάσαι μέχρι την κηδεία μου;
-Μάλλον όχι. Κοίτα, τουλάχιστον είμαι ειλικρινής..
-Ξέρω. Φεύγω. Να προσέχεις τα παιδιά. Θυμάσαι ότι έχουμε παιδιά, σωστά;
Κι έφυγε.

Τα είχε σχεδιάσει όλα στο μυαλό του όλο το βράδυ, ενώ εκείνη κοιμόταν με τα φρεσκοβαμμένα, κοφτερά της νύχια γυρισμένα προς το μέρος του, λες και το υποσυνείδητο της την έστρεφε σε αυτή τη θέση για να προδώσει τα πραγματικά της αισθήματα για κείνον. Λίγη σημασία είχαν όλα αυτά πια.

Το σχέδιο είχε ως εξής. Το ξύπνημα στις 7, το είχε ήδη καταφέρει. Είχε κιόλας γλυτώσει 3 λεπτά από το χρόνο που είχε υπολογίσει πως θα μουρμουρούσε η σύζυγος. Αυτά τα 3 λεπτά μπήκαν στο πρόγραμμα ως 'έκτατος ελεύθερος χρόνος για χάζεμα τριγύρω'. Μετά από αυτό θα έπρεπε να πάει στις γειτονικές ταράτσες να ενημερώσει τους λίγους φίλους του για την απόφαση και να τους αποχαιρετήσει. Στη συνέχεια, και αφού τα παιδιά θα είχαν ήδη πάει για την καθημερινή τους εκπαίδευση, θα πήγαινε να τα αποχαιρετήσει εκεί, για να μπορέσει να τους εξηγήσει άνετα τους λόγους και να τους δώσει οδηγίες και συμβουλές για τη ζωή τους. Ο τελευταίος που θα τον έβλεπε, δε θα τον έβλεπε. Θα πήγαινε στον τυφλό πατέρα του, τον οποίο ο ίδιος εγκατέλειψε μετά από ανυπόφορη πίεση από τη σύζυγο. Θα του ζητούσε τη συγγνώμη και την ευχή του και θα τον παρακαλούσε, τώρα που θα πέθαινε ο ίδιος, να επικοινωνήσει με τα εγγόνια του για να κρατήσουν επαφή, κρυφά από τη μάνα τους. Το σχέδιο τηρήθηκε κατά γράμμα.

Τώρα έμενε το τελευταίο στάδιο. Το salto mortale. Και θα το έκανε με το δικό του στυλ. Το σχέδιο για αυτό ήταν απλό, ώστε να μην υπάρχουν περιθώρια αποτυχίας. Θα πήγαινε στις 10 στη βιομηχανική περιοχή Νήσου. Εκείνη την ώρα, μέρα Παρασκευή, σίγουρα θα είχε τρελή κίνηση από όλων των ειδών τα οχήματα. Από μεγάλα, φορτωμένα φορτηγά, μέχρι εκείνα τα μικρά, καινούρια κομψά αυτοκινητάκια. Από μοτοσικλέτες μεγάλου κυβισμού, μέχρι ποδήλατα. Θα έκανε ένα πέταγμα στον εναέριο χώρο πάνω από τα κεντρικά φανάρια για μια αποχαιρετιστήρια εικόνα και θα καθόταν στο στύλο των φαναριών. Δε θα χρειαζόταν περισσότερα από 5 λεπτά μέχρι να εντοπίσει κάποιο αυτοκίνητο αρκετά παλιό ώστε να μην προκαλέσει τεράστια ζημιά με την πρόσκρουση, αλλά και αρκετά βαρύ ώστε να πάθει ο ίδιος μεγάλη ζημιά χτυπώντας πάνω του. Θα το εντόπιζε, θα το άφηνε να περάσει τα φανάρια και θα το ακολουθούσε. Αφού θα είχε υπολογίσει την ταχύτητα του αυτοκινήτου και τη δύναμη του αέρα, θα ανέπτυσσε ταχύτητα, θα πήγαινε αρκετά πιο μπροστά από το αυτοκίνητο και αρκετά πιο αριστερά. Θα έπαιρνε φόρα και θα πετούσε για τελευταία φορά. Η σύγκρουση θα ήταν πλάγια, από την πλευρά του συνοδηγού, ώστε να μη σκοτωθούν κιόλας οι άνθρωποι.


Σήμερα, Παρασκευή, ξύπνησα στις 7 και μετά από μερικές ματιές μίσους που αντάλλαξα με τη μάνα μου, πήγα δίπλα, στο σπίτι της γιαγιάς και του παππού, για να τους πάω στο νοσοκομείο για φωτοτυπίες, όπως αποκάλεσα ψες τις ακτινογραφίες, χαριτολογώντας και σκορπίζοντας το γέλιο και στους δύο.

Το μόνο αρνητικό στην όλη υπόθεση είναι ότι θα έπρεπε να του5ς πάω με το δικό τους αυτοκίνητο, διότι το δικό μου δε χωράει τις μπουκάλες οξυγόνου που θα έπαιρνε ο παππούς για αντικατάσταση. Ένα Mazda 626, πιθανότατα μεγαλύτερο σε ηλικ%Dα από μένα ή συνομήλικο, στην καλύτερη των περιπτώσεων. Πάντα νόμιζα ότι ήταν έτοιμο να καταρρεύσει, αλλά αποδεικνυόταν ότι η φροντίδα που του παρείχε ο παππούς δεν ήταν ορατή με γυμνό μάτι. Το βασικό είναι ότι δε μπορώ να κάνω γρήγορες κινήσεις όταν έχω το τιμόνι του στα χέρια μου και δεν κάθομαι άνετα διότι δε χωράω τόσο καλά. Αυτοί είναι οι λόγοι για τους οποίους οδηγώ σε πολύ χαμηλότερες ταχύτητες το Mazda του παππού, σε σύγκριση με το δικό μου. Ένας επιπρόσθετος λόγος για ακόμα πιο χαμηλές ταχύτητες και προσεκτικότερη οδήγηση σήμερα ήταν το ότι είχα για επιβάτες τους δύο πιο αγαπημένους μου ανθρώπους.

Φόρτωσα τις άδειες μπουκάλες και ξεκινήσαμε. Πρώτα πήγαμε για την αντικατάσταση τους και στη συνέχεια, με δύο γεμάτες οξυγόνο μπουκάλες πλέον, πήγαμε στο νοσοκομείο. Τους κατέβασα στην είσοδο για να μην περπατήσουν πολύ και πήγα για παρκάρισμα. Είχαμε συμφωνήσει να τους περιμένω στην καφετέρια δίπλα στην είσοδο. Έκατσα και δεν πέρασε αρκετή ώρα, όταν ήρθε η γιαγιά και είπε ότι κάθονταν δίπλα στο διάδρομο. Πήγα. Είχαν ξεμπερδέψει γρήγορα με τις φωτοτυπίες, αλλά έπρεπε να περιμένουν για να τις πάρουν, μαζί με τις γνωματεύσεις των γιατρών που θα τις έβλεπαν. Περιμέναμε. Ο φάκελος του παππού ήρθε γρήγορα, ενώ μας είπαν πως αυτός της γιαγιάς θα ήταν έτοιμος την Τρίτη. Ο παππούς ως πολύπειρος επί των νοσοκομειακών καταστάσεων και γραφειοκρατίας, πρότεινε να περιμένουμε άλλο ένα τέταρτο για τη δεύτερη "φουρνιά" φακέλων. Και είχε δίκιο, διότι 12 λεπτά αργότερα, φώναξαν τη γιαγιά και της έδωσαν το φάκελο της. Τελειώσαμε. Και τελειώσαμε πριν τις 10, που ήταν από την αρχή το όριο που είχαμε θέσει. Πήγα στο αυτοκίνητο και τους πήρα από κει που τους είχα αφήσει.

Αποφασίσαμε να αποφύγουμε το συνωστισμό του high-way, προτιμώντας το μικρότερου βαθμού συνωστισμό της βιομηχανικής περιοχής Νήσου. Μετά από 2-3 λεπτά αναμονής στα κεντρικά φανάρια, προχωρήσαμε, απομακρυνόμενοι από το πλήθος. Δέκα ντουζίνες μέτρα αργότερα, κι ενώ οδηγούσα πειράζοντας τον παππού και τη γιαγιά, μια έκπληξη μας περίμενε.

ΠΛΑΠ!

Ένας υπόκωφος ήχος, σίγουρα όχι από κάπου χαμηλά. Κοιτάξαμε μπροστά, ψηλά, στο πλάι.. Τίποτε. Και τότε το προσέξαμε. Στο κλειστό παράθυρο του παππού, ένα αποτύπωμα πάνω στη σκόνη, δεν άφηνε αμφιβολίες για την προέλευση του ήχου που μας είχε μόλις αναστατώσει! Κοίταξα από το καθρεφτάκι μου και επιβεβαίωσα. Γέλασα.

-Αν ήταν ανοιχτό το παράθυρο σου, θα έμπαινε μέσα;
-Σίγουρα, απάντησε ο παππούς.

Ξαναγέλασα.


Μερικά μέτρα πίσω μας, ένα ζαλισμένο περιστέρι χτυπούσε με δύναμη κάτω στο χώμα, δίπλα από το οδόστρωμα. Χτύπησε κάτω και αμέσως σηκώθηκε για να προσγειωθεί αλαφιασμένο σε μια μικρή ελιά που ήταν ακριβώς δίπλα του. Χτύπησε με νεύρο τα σκονισμένα φτερά του.

-Άααργκκ, την τύχη μου!, ούρλιαξε ο επίδοξος αυτόχειρας. Θα γυρίσω στη σκύλα!

Δεν απείχε πολύ από αυτό που είχα σκεφτεί κι εγώ ακριβώς την ίδια στιγμή.